Χωρισμός: φοβάμαι!

Χωρισμός: φοβάμαι!

Κάθε ιστορία / κατάσταση ή σχεδόν κάθε ιστορία / κατάσταση έχει αρχή, μέση και τέλος.
Στη θεωρία όλοι μοιάζουμε να γνωρίζουμε την παραπάνω αλήθεια.

Ωστόσο, συχνά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα τέλος κατάστασης που αδυνατούμε να δεχτούμε σαν φυσιολογική εξέλιξη, άρα το αντιμετωπίζουμε σαν κάτι παράλογο και δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε υγιώς, ώστε να προχωρήσουμε δημιουργικά τη ζωή μας.

Ας λάβουμε για παράδειγμα έναν χωρισμό από μια προσωπική σχέση.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας άνθρωπος στέκεται με αδυναμία μπροστά σ’ ένα χωρισμό. Συναισθήματα λύπης, αυτολύπησης, οργής, άρνησης, φόβου, μελαγχολίας ή κατάθλιψης, αλλά και πένθους γι αυτό που «φεύγει» είναι ικανά ν’ αποσυντονίσουν και ν’ αλλάξουν όλη την εικόνα και τα περαιτέρω βιώματα του ανθρώπου αυτού.

Είναι η αγάπη ή ο έρωτας; είναι η ισχυρή πεποίθηση πως η «σχέση» που τελειώνει προσέφερε έως τώρα τα πάντα για μια ισορροπημένη ζωή; είναι ο φόβος της μοναξιάς; είναι η εξάρτηση από τον σημαντικό «άλλο» που έπαιζε έως πρόσφατα τον κυρίαρχο ρόλο στην καθημερινότητα ή όριζε την καθημερινότητα; είναι εμμονή; ή μήπως ακόμα κι εγωισμός για κάτι που θέλει κανείς και δεν μπορεί να έχει, τη στιγμή που βαθιά μέσα του πιστεύει ότι δικαιούται να θέλει να έχει;

Ας δούμε κάποιες σκέψεις σαν αφορμή για προβληματισμό:
Σε μια σχέση μοιραζόμαστε με έναν σημαντικό άλλο άνθρωπο στιγμές και βιώματα της ζωής. Μάλλον η προβληματική θεώρηση ξεκινά από τη στιγμή όπου θεωρούμε ότι «κατακτούμε» έναν σημαντικό άλλο άνθρωπο, ο οποίος «μας ανήκει», δηλ. αποτελεί «κτήμα μας», συνεπώς δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι θα πάψει να «ανήκει» σ’ εμάς.
Μια σχέση προϋποθέτει δυο ανθρώπους. Συνεπώς είναι σημαντικό να βιώνουν αμφότεροι ευχάριστα, δημιουργικά κι εποικοδομητικά συναισθήματα. Όταν ένας εκ των δυο εγκαταλείπει, αυτομάτως υπονοεί ή εννοεί ότι δεν συμμετέχει σε μια τέτοια πραγματικότητα. Άρα, το σημαντικό στοιχείο της σχέσης που λέγεται «αμοιβαιότητα δημιουργικών συναισθημάτων» δεν ισχύει.
Όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, είμαστε καλά, εφόσον γνωρίζουμε ότι κι εκείνος που αγαπάμε (ο σημαντικός άλλος) αισθάνεται καλά. Εφόσον «ο άνθρωπός μας» επιθυμεί να φύγει από τη σχέση για να νιώσει καλά, μάλλον φαντάζει περίεργο να θέλουμε να τον πιέσουμε να βρίσκεται σε μια σχέση, στην οποία δεν αισθάνεται όμορφα, ακριβώς επειδή τον αγαπάμε! Τι νόημα έχει να επιθυμούμε να «εγκλωβίσουμε» έναν άνθρωπο που δεν επιθυμεί να μοιράζεται τη ζωή του σ’ ένα μοντέλο σχέσης όπως το έχουμε εμείς πλάσει στο μυαλό μας; πώς και τι θα μπορούσε να προσφέρει ένας δυσαρεστημένος άνθρωπος;

Μια σχέση έχει λόγο ύπαρξης, όταν συνεπάγεται χαρά κι αμοιβαία συναισθήματα ισορροπίας και θετικής εξέλιξης. Αν υπάρχουν συγκρούσεις, καυγάδες, συνεχείς διαφωνίες, μη παραγωγικές συμπεριφορές κι εμπειρίες, συναισθήματα καταπίεσης κι αρνητικές σκέψεις ή εκφράσεις είτε έλλειψη σεβασμού, τότε η σχέση μάλλον δεν προάγει τη ζωή των μελών της. Αντιθέτως, πιθανότατα βλάπτει την ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση και το μέλλον αυτών που την απαρτίζουν.
Πολλές φορές δεν είναι η αγάπη που μας κάνει να μένουμε εμμονικά πίσω, να επιμένουμε και να δυστυχούμε. Είναι κυρίως ο φόβος της μοναξιάς (πώς θα είναι η ζωή πλέον χωρίς εκείνον / εκείνη; ) είτε ο εγωισμός- η αίσθηση εγκατάλειψης και απόρριψης ( μα γιατί δεν με θέλει, σε τι υστερώ; ) είτε η … συνήθεια ( η ζωή είχε μια προσδιορισμένη ρουτίνα μέσα σε αυτή τη σχέση, ανεξαρτήτως του αν η ρουτίνα ήταν θετική ή αρνητική).

Συναισθηματικά σίγουρα χρειάζεται χρόνος και δουλειά για ν’ αποδεχτεί κανείς μια μεγάλη αλλαγή.
Δεν είναι εύκολο ψυχολογικά να ξεπεραστούν τα συναισθήματα ούτε τα βιώματα, πολύ περισσότερο όταν η πραγματικότητα καλεί έναν άνθρωπο να προβεί σε μεγάλες πρακτικές αλλαγές για να τ’ αντιμετωπίσει.
Η εκλογίκευση αποτελεί ίσως έναν επιβοηθητικό αμυντικό μηχανισμό. Μέσ’ από τη λογική κατανόηση της κατάστασης και της όλης πορείας ίσως μπορεί κανείς να εστιάσει σε δημιουργικά κομμάτια της ζωής και ν’ αφήσει σιγά σιγά πίσω τις αρνητικές σκέψεις που καθηλώνουν.

Πρωταρχικής σημασίας βέβαια είναι ν’ αποδεχτούμε ότι δεν ανήκουμε σε άνθρωπο ούτε μας ανήκει κάποιος άνθρωπος, άρα να δούμε το θέμα της «ελευθερίας» εκάστου στις επιλογές.
Επίσης, ας κοντοσταθούμε για να σκεφτούμε: είναι ο άνθρωπος αυτός καθεαυτός που «λείπει» (όταν νιώθουμε εγκατάλειψη) ή μήπως λείπει η κατάσταση με τον άνθρωπο, έτσι όπως την είχαμε ορίσει ή πλάσει στη δική μας συνείδηση; με άλλα λόγια, ο άνθρωπος που έφυγε από επιλογή ήταν όντως ένας άνθρωπος που προσέφερε στη σχέση; Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος/ α κλαίει για έναν άνθρωπο που ούτε σεβόταν ούτε συμπεριφερόταν στη σχέση με πρόθεση προσφοράς!
Ας αναλογιστούμε τι ζητάμε για τη ζωή που ζούμε: προσευχόμαστε για θετικές ή αρνητικές εμπειρίες; Επιθυμούμε να μοιραζόμαστε εν ελευθερία με ευχαριστημένους ανθρώπους που δίνουν αγάπη, στοργή, ειλικρίνεια; ή μήπως θέλουμε να εγκλωβιζόμαστε σε μια σχέση για να νιώθουμε σιγουριά / ασφάλεια / κορεσμό του εγωισμού μας και να εγκλωβίζουμε αντίστοιχα τον άνθρωπο που έχουμε ορίσει εμείς ότι θα παίζει το ρόλο αυτό στη σχέση;

Μοναξιά σημαίνει συναισθηματική σιωπή, έλλειψη μοιρασιάς κι απουσία εσωτερικής ελευθερίας.
Ας σκεφτούμε: αυτά είναι συναισθήματα που αυτονόητα εξαιρούνται από τη σχέση που «πενθούμε»; ή μήπως είναι συναισθήματα που οδήγησαν τη σχέση σε τέλμα / σε τέλος;

Η μοναξιά εντός σχέσης είναι κάτι που συχνά δεν αντιμετωπίζεται ευθέως και μάλιστα οδηγεί σε ψυχολογικό-συναισθηματικό βάλτο με συναισθήματα εγκλεισμού σαν τίμημα της πολύτιμης επίφασης μιας ασφάλειας… σε μια «σταθερότητα».
Η μοναξιά εκτός σχέσης είναι κάτι που αντιμετωπίζεται και μάλιστα με δημιουργικούς, εποικοδομητικούς τρόπους.
Επίσης αφήνει όλα τα περιθώρια για μια θετική, καλοδεχούμενη αλλαγή, σε μια ειλικρινή σχέση που προάγει το Εγώ, το Εσύ και το Εμείς!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.